26.5.09

Όνειρα



Είμαι από τους τυχερούς που βλέπουν κάθε βράδυ όνειρα και τα θυμούνται. Είμαι από τους τυχερούς που συνειδητοποίησαν ότι δεν πρέπει να κάνουν όνειρα που δεν μπορούν να τα κυνηγήσουν.

30.4.09

Με βιά μετράω το χρόνο




Δεν είναι πια τα καλοκαίρια κι οι χειμώνες που περιμένω για να 'ρθεις.
Ούτε οι ρυτίδες και το γκριζάρισμα των μαλλιών.
Δεν είναι καν η θύμηση των παιδικών καλοκαιριών που μετρούσαμε με παγωτό χωνάκι και θαλασσινά μπάνια.
Μετράω το χρόνο με τρίμηνα κι εξάμηνα.

Άλλο ένα, άλλη μια παράταση ζωής.


17.4.09

Αλλάζω





Αλλά, ζω;



16.3.09

Δίψα



Διψάω.
Εδώ; Η παραλία είναι ερημική, ούτε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Εδώ είναι όλα ξερά. Στεγνά. Άγονα. Μόνο ένα παλιό πηγάδι. Χωρίς κουβά, χωρίς σκοινί.
Τότε, πώς;
Ρίξε βουτιά. Στον πάτο ίσως βρεις λίγες σταγόνες. Έχουν ξεμείνει απ' όσους πέρασαν, κάθισαν στην άκρη του κι έκλαψαν.
Κι εγώ;
Εσύ, θα είσαι ο τυχερός που θα πιεί τις σταγόνες της ζωής.
Φτάνει να πιάσω πάτο;

Και να μπορέσεις να ξανανέβεις βέβαια.

24.2.09

Γιατί δεν γράφεις;





Γιατί δεν μιλάς, δεν θέλεις κόσμο, δεν απαντάς στο τηλέφωνο, δεν βγαίνεις έξω; Ρωτάνε. Κι εσύ, επίσης, ρωτάς: ΓΙΑΤΙ;


Γιατί σ' ένα χρόνο, 4 εισαγωγές σε νοσοκομεία, 3 χειρουργεία, 2 καρκίνοι. Κι ενδιάμεσα δουλειά που δεν σ' αρέσει, μαθήματα στο (τώρα στα γεράματα) πανεπιστήμιο που σ' αρέσουν αλλά θ' αναγκαστείς να τ' αφήσεις, άνοστες γνωριμίες, αχάριστοι φίλοι, ξανθιές τούφες, υπερβολικά πολλά κιλά, κι αγχολυτικά που τι να σου πρωτοκάνουν.


Θες να θυμάσαι αυτά που δεν μπορείς. Τι έγινε στο τελευταίο δεκάωρης διάρκειας χειρουργείο. Γιατί δεν τα βιντεοσκοπούν, ρωτάς, κι αυτός γελάει. Δεν είναι, βρε, Γκρέις Ανάτομυ εδώ. Και γιατί σε είχαν μετά δυο 24ωρα στην εντατική και το ένα απ' αυτά σε καταστολή; Έχασες δυο μέρες από τη ζωή σου...καμιά ανάμνηση. Και τις επόμενες όταν έκλεινες τα μάτια έρχονταν κόκκινα τρισδιάστατα ποτάμια καταπάνω σου, και τρομαγμένη τα άνοιγες πάλι. Μα τι διάολο δίνουν στη νάρκωση;


Θες να θυμάσαι αυτά που έγιναν και δεν είσαι σίγουρη ότι έγιναν ή γιατί έγιναν. Γιατί ήρθε. Γιατί σου χάιδεψε τα μαλλιά, γιατί άφησε πίσω μόνο το άρωμά του. Εσύ θες να πονάς μόνη.





Και να περιμένεις, για να μπορείς να γράφεις. Έστω, με μισή ανάσα.

18.1.09

Δεν είναι

24.12.08

Που πάνε οι ευχές;




Οι "καλή χρονιά", "υγεία, ευτυχία και πρόοδο", "χρόνια πολλά και καλά" γιατί με προσπερνάνε; Γιατί τρέχουν να κρυφτούν μόλις βγαίνουν από των άλλων τα χείλη; Πέφτουν, διαλύονται πριν προλάβω κάτι να κρατήσω. Εξατμίζονται, αέρας και χρυσόσκονη και σκόνη βρώμικη γίνονται. Πάνε. Κι ειπώνονται τόσο εύκολα...